Κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον συνέβη την περασμένη εβδομάδα στην αμερικανική αγορά ομολόγων. Κάτι που ίσως, μας λέει πολύ περισσότερα για το μέλλον του χρυσού, από όσα θα μας πει η επόμενη απόφαση της Federal Reserve.
Η προοπτική μιας νέας αύξησης των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης δημιουργεί, όπως είναι φυσικό, πίεση στον χρυσό. Ο χρυσός δεν προσφέρει τόκο παρ’ όλο που ανταγωνίζεται τα ομόλογα, τις καταθέσεις και όλα τα χρηματοοικονομικά προϊόντα που προσφέρουν πλέον υψηλές ονομαστικές αποδόσεις. Όσο ανεβαίνουν τα επιτόκια, τόσο αυξάνεται θεωρητικά το κόστος ευκαιρίας για κάποιον που κατέχει ένα περιουσιακό στοιχείο, όπως είναι ο χρυσός που δεν προσφέρει «τόκους».
Αυτή είναι η κλασική εξήγηση. Που παραμένει ορθή. Μόνο που ίσως δεν είναι πλέον η σημαντικότερη. Γιατί πίσω από τη συζήτηση για τις επόμενες 25 μονάδες βάσης υπάρχουν δυο πολύ μεγαλύτερα ερωτήματα.
Πόσο ψηλότερα μπορούν να πάνε πραγματικά τα επιτόκια σε μια χώρα με δημόσιο χρέος άνω των $40 τρισ.;
Πόσο ακόμη μπορεί η αγορά να εμπιστεύεται ότι το αμερικανικό κράτος θα συνεχίσει να δανείζεται φθηνά, ενώ το χρέος και οι ανάγκες χρηματοδότησής του αυξάνονται;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα δυο ερωτήματα ίσως αποδειχθούν σημαντικότερες για τον χρυσό από την ίδια την επόμενη κίνηση της Fed.
Η περασμένη εβδομάδα προσέφερε ένα μικρό αλλά ιδιαίτερα συμβολικό επεισόδιο. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προχώρησε σε επαναγορά μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων, ύψους περίπου $5,2 δισ. Η κίνηση αυτή είχε ως στόχο να στηρίξει την αγορά και να περιορίσει την ανοδική πίεση στις αποδόσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που θα επιθυμούσε η Ουάσιγκτον. Οι αποδόσεις συνέχισαν να ανεβαίνουν. Το 10ετές ομόλογο κινήθηκε προς το ψυχολογικό και οικονομικά κρίσιμο όριο του 5%, ενώ η απόδοση του 30ετούς ξεπέρασε το 5,3%.
Το μήνυμα των αγορών ήταν σαφές. Το πρόβλημα της Αμερικής δεν είναι πλέον μόνο η ακολουθούμενη νομισματική πολιτική, αλλά η δημοσιονομική της αξιοπιστία. Η κυβέρνηση μπορεί να αγοράσει ομόλογα. Η Fed μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει τα επιτόκια. Καμία όμως από τις δύο κινήσεις δεν εξαφανίζει την ανάγκη της αμερικανικής κυβέρνησης να δανείζεται συνεχώς ολοένα και μεγαλύτερα ποσά για να χρηματοδοτεί ολοένα και υψηλότερα ελλείμματα, για να πληρώνει μόνο τους τόκους του ήδη τρέχοντος χρέους.
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει πλέον ξεπεράσει τα $40 τρισ. Το κόστος εξυπηρέτησής του έχει μετατραπεί σε έναν από τους μεγαλύτερους και ταχύτερα αυξανόμενους λογαριασμούς του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού. Οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν, φυσικά, τον κίνδυνο μιας κλασσικής και συμβατικής κρίσης χρέους. Δανείζονται στο δικό τους νόμισμα και διαθέτουν ακόμη το βαθύτερο και σημαντικότερο χρηματοπιστωτικό σύστημα στον κόσμο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτες. Η πραγματική απειλή δεν είναι μια ξαφνική αδυναμία πληρωμής. Αλλά η σταδιακή διάβρωση της εμπιστοσύνης. Η οποία μεταφράζεται στην αλλαγή της τιμής με την οποία οι επενδυτές είναι διατεθειμένοι να χρηματοδοτούν την αμερικανική κυβέρνηση.
Όσο αυξάνεται η προσφορά ομολόγων, όσο μεγαλώνουν τα ελλείμματα και όσο μειώνεται η βεβαιότητα ότι το πολιτικό προσωπικό μπορεί να επιβάλει δημοσιονομική πειθαρχία, τόσο μεγαλύτερη απόδοση μπορεί να ζητούν οι επενδυτές. Και τότε δημιουργείται ένας επικίνδυνος μηχανισμός.
Οι υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης.
Το υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης σημαίνει μεγαλύτερα ελλείμματα.
Τα μεγαλύτερα ελλείμματα σημαίνουν περισσότερες εκδόσεις ομολόγων.
Και περισσότερα ομόλογα απαιτούν ακόμη υψηλότερες αποδόσεις για να βρουν αγοραστές.
Ο φαύλος κύκλος του χρέους δεν αρχίζει όταν ένα κράτος χρεοκοπεί. Αρχίζει όταν η αγορά αρχίζει να ζητά όλο και μεγαλύτερη αμοιβή και απόδοση για να συνεχίσει να εμπιστεύεται το κράτος. Και κάπου εδώ ο χρυσός παύει να είναι απλώς ένα επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο. Αλλά μεταμορφώνεται σε ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο ενός κόσμου, όπου κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν.
Και εξηγούμεθα.
Σήμερα οι αγορές αφιερώνουν εβδομάδες αναλύσεων στο αν η Fed θα αυξήσει το βασικό της επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης. Η απόφαση αυτή είναι ασφαλώς σημαντική. Αλλά το πραγματικό μακροοικονομικό ερώτημα είναι διαφορετικό. Πόσο μπορεί να διατηρηθεί ένα καθεστώς υψηλών επιτοκίων όταν το χρέος αυξάνεται με ρυθμούς που απαιτούν συνεχώς νέους δανεισμούς;
Εδώ ακριβώς αποκτά νέο νόημα ο χρυσός. Δεν είναι απλά ένα «στοίχημα» ότι η Fed θα μειώσει τα επιτόκια. Ούτε αποτελεί αυτομάτως προστασία απέναντι σε κάθε μορφή πληθωρισμού.
O χρυσός είναι ένα νομισματικό περιουσιακό στοιχείο έξω από το πιστωτικό σύστημα.
Δεν αποτελεί υποχρέωση μιας κυβέρνησης.
Δεν αποτελεί απαίτηση απέναντι σε μια κεντρική τράπεζα.
Δεν εξαρτάται από την πιστοληπτική ικανότητα ενός κράτους.
Δεν απαιτεί από τον κάτοχό του να εμπιστεύεται ότι κάποιος άλλος θα τηρήσει την υπόσχεσή του.
Αυτά είναι τα μοναδικά χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να προσφέρουν ούτε τα κρατικά ομόλογα, ούτε οι τραπεζικές καταθέσεις, ούτε τα περισσότερα χρηματοοικονομικά assets. Όλα τα υπόλοιπα είναι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό υποχρεώσεις κάποιου άλλου. Ο χρυσός όμως δεν είναι.
Σε έναν κόσμο που συσσωρεύει χρέος, γεωπολιτικό ρίσκο και αβεβαιότητα, ο χρυσός δεν είναι πλέον απλώς το καταφύγιο όταν όλα πάνε στραβά. Είναι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την περίπτωση που κάποια στιγμή κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν.
Τη στιγμή που οι επενδυτές κοιτάζουν με αγωνία τις επόμενες 25 μονάδες βάσης της Fed, o χρυσός κοιτάζει πιο βαθιά και πιο μακριά, προς το επόμενο τρισεκατομμύριο δολαρίων που θα προστεθεί στο αμερικανικό κρατικό χρέος.
Πηγή: liberal






