Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Ο χρυσός αδιαφορεί για την Fed και αναρριχάται στην κρίση χρέους

Οι αγορές περιμένουν με αγωνία τις επόμενες ανοδικές 25 μονάδες βάσης της Fed. Δηλαδή την αύξηση των επιτοκίων. Ο χρυσός όμως φαίνεται να κοιτάζει αλλού. Στο επόμενο τρισεκατομμύριο δολάρια του αμερικανικού χρέους. Αποδεικνύοντας ότι χρυσός δεν είναι πια απλό καταφύγιο. Αλλά ότι είναι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ενός κόσμου που δεν εμπιστεύεται κανέναν.

Κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον συνέβη την περασμένη εβδομάδα στην αμερικανική αγορά ομολόγων. Κάτι που ίσως, μας λέει πολύ περισσότερα για το μέλλον του χρυσού, από όσα θα μας πει η επόμενη απόφαση της Federal Reserve.

Η προοπτική μιας νέας αύξησης των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης δημιουργεί, όπως είναι φυσικό, πίεση στον χρυσό. Ο χρυσός δεν προσφέρει τόκο παρ’ όλο που ανταγωνίζεται τα ομόλογα, τις καταθέσεις και όλα τα χρηματοοικονομικά προϊόντα που προσφέρουν πλέον υψηλές ονομαστικές αποδόσεις. Όσο ανεβαίνουν τα επιτόκια, τόσο αυξάνεται θεωρητικά το κόστος ευκαιρίας για κάποιον που κατέχει ένα περιουσιακό στοιχείο, όπως είναι ο χρυσός που δεν προσφέρει «τόκους».

Αυτή είναι η κλασική εξήγηση. Που παραμένει ορθή. Μόνο που ίσως δεν είναι πλέον η σημαντικότερη. Γιατί πίσω από τη συζήτηση για τις επόμενες 25 μονάδες βάσης υπάρχουν δυο πολύ μεγαλύτερα ερωτήματα. 

Πόσο ψηλότερα μπορούν να πάνε πραγματικά τα επιτόκια σε μια χώρα με δημόσιο χρέος άνω των $40 τρισ.;

Πόσο ακόμη μπορεί η αγορά να εμπιστεύεται ότι το αμερικανικό κράτος θα συνεχίσει να δανείζεται φθηνά, ενώ το χρέος και οι ανάγκες χρηματοδότησής του αυξάνονται;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα δυο ερωτήματα ίσως αποδειχθούν σημαντικότερες για τον χρυσό από την ίδια την επόμενη κίνηση της Fed.

Η περασμένη εβδομάδα προσέφερε ένα μικρό αλλά ιδιαίτερα συμβολικό επεισόδιο. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προχώρησε σε επαναγορά μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων, ύψους περίπου $5,2 δισ. Η κίνηση αυτή είχε ως στόχο να στηρίξει την αγορά και να περιορίσει την ανοδική πίεση στις αποδόσεις. 

Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που θα επιθυμούσε η Ουάσιγκτον. Οι αποδόσεις συνέχισαν να ανεβαίνουν. Το 10ετές ομόλογο κινήθηκε προς το ψυχολογικό και οικονομικά κρίσιμο όριο του 5%, ενώ η απόδοση του 30ετούς ξεπέρασε το 5,3%.

Το μήνυμα των αγορών ήταν σαφές. Το πρόβλημα της Αμερικής δεν είναι πλέον μόνο η ακολουθούμενη νομισματική πολιτική, αλλά η δημοσιονομική της αξιοπιστία. Η κυβέρνηση μπορεί να αγοράσει ομόλογα. Η Fed μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει τα επιτόκια. Καμία όμως από τις δύο κινήσεις δεν εξαφανίζει την ανάγκη της αμερικανικής κυβέρνησης να δανείζεται συνεχώς ολοένα και μεγαλύτερα ποσά για να χρηματοδοτεί ολοένα και υψηλότερα ελλείμματα, για να πληρώνει μόνο τους τόκους του ήδη τρέχοντος χρέους.

Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει πλέον ξεπεράσει τα $40 τρισ. Το κόστος εξυπηρέτησής του έχει μετατραπεί σε έναν από τους μεγαλύτερους και ταχύτερα αυξανόμενους λογαριασμούς του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού. Οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν, φυσικά, τον κίνδυνο μιας κλασσικής και συμβατικής κρίσης χρέους. Δανείζονται στο δικό τους νόμισμα και διαθέτουν ακόμη το βαθύτερο και σημαντικότερο χρηματοπιστωτικό σύστημα στον κόσμο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτες. Η πραγματική απειλή δεν είναι μια ξαφνική αδυναμία πληρωμής. Αλλά η σταδιακή διάβρωση της εμπιστοσύνης. Η οποία μεταφράζεται στην αλλαγή της τιμής με την οποία οι επενδυτές είναι διατεθειμένοι να χρηματοδοτούν την αμερικανική κυβέρνηση.

Όσο αυξάνεται η προσφορά ομολόγων, όσο μεγαλώνουν τα ελλείμματα και όσο μειώνεται η βεβαιότητα ότι το πολιτικό προσωπικό μπορεί να επιβάλει δημοσιονομική πειθαρχία, τόσο μεγαλύτερη απόδοση μπορεί να ζητούν οι επενδυτές. Και τότε δημιουργείται ένας επικίνδυνος μηχανισμός.

Οι υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης. 

Το υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης σημαίνει μεγαλύτερα ελλείμματα. 

Τα μεγαλύτερα ελλείμματα σημαίνουν περισσότερες εκδόσεις ομολόγων. 

Και περισσότερα ομόλογα απαιτούν ακόμη υψηλότερες αποδόσεις για να βρουν αγοραστές.

Ο φαύλος κύκλος του χρέους δεν αρχίζει όταν ένα κράτος χρεοκοπεί. Αρχίζει όταν η αγορά αρχίζει να ζητά όλο και μεγαλύτερη αμοιβή και απόδοση για να συνεχίσει να εμπιστεύεται το κράτος. Και κάπου εδώ ο χρυσός παύει να είναι απλώς ένα επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο. Αλλά μεταμορφώνεται σε ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο ενός κόσμου, όπου κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν.

Και εξηγούμεθα.

Σήμερα οι αγορές αφιερώνουν εβδομάδες αναλύσεων στο αν η Fed θα αυξήσει το βασικό της επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης. Η απόφαση αυτή είναι ασφαλώς σημαντική. Αλλά το πραγματικό μακροοικονομικό ερώτημα είναι διαφορετικό. Πόσο μπορεί να διατηρηθεί ένα καθεστώς υψηλών επιτοκίων όταν το χρέος αυξάνεται με ρυθμούς που απαιτούν συνεχώς νέους δανεισμούς;

Εδώ ακριβώς αποκτά νέο νόημα ο χρυσός. Δεν είναι απλά ένα «στοίχημα» ότι η Fed θα μειώσει τα επιτόκια. Ούτε αποτελεί αυτομάτως προστασία απέναντι σε κάθε μορφή πληθωρισμού.

O χρυσός είναι ένα νομισματικό περιουσιακό στοιχείο έξω από το πιστωτικό σύστημα.

Δεν αποτελεί υποχρέωση μιας κυβέρνησης.

Δεν αποτελεί απαίτηση απέναντι σε μια κεντρική τράπεζα.

Δεν εξαρτάται από την πιστοληπτική ικανότητα ενός κράτους.

Δεν απαιτεί από τον κάτοχό του να εμπιστεύεται ότι κάποιος άλλος θα τηρήσει την υπόσχεσή του.

Αυτά είναι τα μοναδικά χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να προσφέρουν ούτε τα κρατικά ομόλογα, ούτε οι τραπεζικές καταθέσεις, ούτε τα περισσότερα χρηματοοικονομικά assets. Όλα τα υπόλοιπα είναι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό υποχρεώσεις κάποιου άλλου. Ο χρυσός όμως δεν είναι. 

Σε έναν κόσμο που συσσωρεύει χρέος, γεωπολιτικό ρίσκο και αβεβαιότητα, ο χρυσός δεν είναι πλέον απλώς το καταφύγιο όταν όλα πάνε στραβά. Είναι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την περίπτωση που κάποια στιγμή κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν.

Τη στιγμή που οι επενδυτές κοιτάζουν με αγωνία τις επόμενες 25 μονάδες βάσης της Fed, o χρυσός κοιτάζει πιο βαθιά και πιο μακριά, προς το επόμενο τρισεκατομμύριο δολαρίων που θα προστεθεί στο αμερικανικό κρατικό χρέος. 

Πηγή: liberal

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Επενδύστε όχι μόνο να αποταμιεύετε


Ο πραγματικός κίνδυνος για τους επενδυτές δεν είναι η υψηλή μεταβλητότητα αλλά η μη συμμετοχή τους στην αγορά, με αποτέλεσμα να βλέπουν άλλους να βγάζουν μεγάλα κέρδη επί δεκαετίες και οι ίδιοι ψίχουλα από καταθέσεις. Αυτό δείχνουν τα στοιχεία και ισχύει ιδιαίτερα για τα ελληνικά νοικοκυριά.


Κάποιοι άνθρωποι λυπούνται για τις  (προσωρινές;) απώλειες που υπέστησαν επειδή επένδυσαν σε μετοχές  και άλλοι επειδή δεν το τόλμησαν. Οι τελευταίοι ανήκουν σ’ εκείνους που έβλεπαν τους χρηματιστηριακούς δείκτες να ανεβαίνουν επί μακρόν και τους ίδιους να έχουν βάλει τις οικονομίες τους σε τραπεζικές καταθέσεις και να  χάνουν σε αγοραστική δύναμη καθώς τα επιτόκια καταθέσεων ήταν χαμηλότερα από τον πληθωρισμό. 

Δυστυχώς, αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα  ελληνικά νοικοκυριά. Τα τελευταία δεν είναι μόνο τα μοναδικά στην ΕΕ τα οποία καταναλώνουν περισσότερα απ’ όσα βγάζουν για πάνω από μια 15ετία, με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Είναι επίσης εκείνα τα οποία τοποθετούν το συντριπτικό μέρος των χρηματοοικονομικών τους περιουσιακών στοιχείων σε τραπεζικές καταθέσεις. 

Από τον Μάιο του 2016 μέχρι τον φετινό Μάιο, ο Γενικός Δείκτης μετοχών του Χρηματιστηρίου Αθηνών έχει απόδοση 164%. Η απόδοση της τελευταίας 5ετίας είναι 150%.  Αμφιβάλλουμε αν μια τυπική κατάθεση πρόσφερε σωρευτική απόδοση πάνω από 15% την ίδια περίοδο ενώ ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 25%.


Η αποταμίευση είναι πολύτιμη. Αν όμως τα χρήματα που εξοικονομούνται δεν επενδύονται και απλώς γίνονται τραπεζικές καταθέσεις, τα νοικοκυριά βγαίνουν χαμένα.   

Φυσικά, είναι εύλογο στη σημερινή συγκυρία, πολλοί να αναρωτιούνται αν θα έπρεπε να επενδύσουν σε μετοχές μετά από ένα τόσο μεγάλο ράλι.

Την απάντηση δίνει μια μελέτη της Fidelity Investments, η οποία διερεύνησε τι θα συνέβαινε αν κάποιος επένδυε 5.000 δολάρια ετησίως σε αμερικανικές μετοχές από το 1980 μέχρι το 2023. Συνέκρινε μάλιστα την απόδοση σε περίπτωση που τα χρήματα επενδύονταν την καλύτερη και τη χειρότερη στιγμή μέσα στον χρόνο.     

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η επένδυση των 5.000 δολαρίων στον δείκτη S&P 500, στο χρηματιστηριακά καλύτερο χρονικό σημείο κάθε χρόνου, θα απέφερε 5,6 εκατ. δολάρια το 2023.  Αν επενδύονταν στην αρχή κάθε χρόνου, το αποτέλεσμα θα ήταν 5,1 εκατ. δολάρια.

Αν οι 5.000 δολάρια είχαν επενδυθεί στη χειρότερη δυνατή στιγμή κάθε χρόνου, η συνολική επένδυση θα απέφερε 4,3 εκατ. δολάρια. Αν όμως το ίδιο ποσό των 5.000 δολαρίων ετησίως γινόταν κατάθεση σε τράπεζα, η επένδυση θα απέφερε μόλις 350 χιλ. δολάρια. 

Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο. Η συμμετοχή στην αγορά έχει μεγαλύτερη σημασία από τη χρονική συγκυρία της επένδυσης. Υπάρχει διαφορά μεταξύ του ποσού των 5,6 εκατ. δολαρίων και των 4,3 εκατ. δολαρίων. Όμως, ούτε το ένα ποσό ούτε το άλλο συγκρίνονται με τις μόλις 350 χιλ. δολάρια που θα εισέπραττε ο καταθέτης.  


Πηγή: euro2day/dr.money

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Η διεθνής συγκυρία σύμμαχος για Helleniq Energy & Motor Oil, οι 5 λόγοι

Τα ελληνικά διυλιστήρια Helleniq Energy και Motor Oil απολαμβάνουν ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον λόγω ισχυρών περιθωρίων διύλισης και γεωπολιτικών αναταράξεων.

Η συρρίκνωση της ευρωπαϊκής παραγωγικής δυναμικότητας δημιουργεί κενό που καλύπτουν τα σύγχρονα ελληνικά διυλιστήρια με τις εξαγωγικές τους δυνατότητες.

Οι γεωπολιτικές κρίσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή αναδεικνύουν την ευελιξία των ελληνικών μονάδων στην αναδιάταξη εφοδιαστικών αλυσίδων.

Οι σημαντικές επενδύσεις εκσυγχρονισμού κατέστησαν τα ελληνικά διυλιστήρια ιδιαίτερα σύνθετα, ικανά να παράγουν προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Η παγκόσμια ζήτηση για ντίζελ και αεροπορικά καύσιμα παραμένει ισχυρή, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση των ελληνικών εξαγωγικών διυλιστηρίων.

Τα παραπάνω είναι περίληψη του άρθρο του powergame. Αξίζει να διαβαστεί ολόκληρο.

Πηγή: powergame

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Μείωση αποθεμάτων χρυσού

  Ο Ray Dalio προειδοποιεί συνεχώς ότι οι ΗΠΑ έχουν περάσει το σημείο χωρίς γυρισμό και η κρίση χρέους είναι αναπόφευκτη. Ο διευθύνων σύμβουλος της JP Morgan, ο ελληνοαμερικανός Jamie Dimon, έχει επίσης προειδοποιήσει ότι το δολάριο δεν θα είναι το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα τα επόμενα 25 χρόνια.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Scott Bessent, ο αμερικανικός ΥΠΕΘΟ, έχει καλέσει για ένα Bretton Woods 2.0 που θα ισχυροποιήσει το χρηματοοικονομικό σύστημα. Ακόμη, έχει προειδοποιήσει θεσμικούς και traders ότι θα λάβει μέτρα για να μην απειληθεί η αγορά ομολόγων.

Κι ενώ όλοι σχεδόν μιλάνε για την ζήτηση που υπάρχει για το πολύτιμο μέταλλο από κεντρικές τράπεζες, θεσμικούς και ιδιώτες για λόγους διαφοροποίησης χαρτοφυλακίου, απεξάρτησης από το δολάριο και άλλους, ξεχνάνε κάτι άλλο. Την άλλη πλευρά της εξίσωσης. Την παγκόσμια προσφορά του πολύτιμου μετάλλου.

Σύμφωνα με την S&P Global, ούτε ένα νέο κοίτασμα χρυσού των 2 εκατ. ουγκιών τουλάχιστον δεν βρέθηκε στον πλανήτη μας το 2023 και το 2024. Είναι η πρώτη φορά που συνέβη κάτι τέτοιο για δύο συνεχόμενα έτη όπως παρατηρεί η Azuria Capital.

'Οπως, φαίνεται στο σχετικό διάγραμμα, ο αριθμός των νέων μεγάλων κοιτασμάτων βρίσκεται σε πτωτική τροχιά από το 2006. Μάλιστα, τα νέα κοιτάσματα είναι μικρότερα από τα παλιά, ίσα με 4,4 εκ. ουγκιές την περίοδο 2020-2024 έναντι 7,7 εκατ. την προηγούμενη δεκαετία.

 Ο χρόνος που χρειάζεται από την εξερεύνηση μέχρι την παραγωγή του χρυσού ανέρχεται σε 16 χρόνια κατά μέσο όρο. Επομένως, η μη ανακάλυψη νέων σημαντικών κοιτασμάτων το 2023 και το 2024 σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει προσφορά το 2040 και μετά.

Προφανώς, η τιμή του χρυσού μπορεί να επηρεασθεί από διάφορους παράγοντες βραχυπρόθεσμα. Ομως, κάτι άλλο αλλάζει. Με την παγκόσμια προσφορά να φτάνει στο υψηλότερο επίπεδο το 2026 και να υποχωρεί μετά και την παγκόσμια ζήτηση για τον χρυσό να είναι λιγότερο «ευαίσθητη» στις τιμές, π.χ. αγορές κεντρικών τραπεζών, το συμπέρασμα είναι απλό.

Δεν πρέπει να αγνοούμε τον χρυσό. Ιδίως σε μια περίοδο που η νομισματική υποτίμηση (debasement trade) επανέρχεται στο προσκήνιο.

Πηγή : euro2day

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Dow Jones και χρυσός


ο λόγος του Dow Jones προς τον χρυσό ήταν 1 προς 1 το 1980, ανέβηκε στο 45 το 2000 και σήμερα είναι 1 προς 12. Για να επιστρέψει ο λόγος στο 1 προς 1, αυτό σημαίνει πτώση 90% των μετοχών τιμολογημένn σε χρυσό.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Πώς τα perpetual futures, αλλάζουν τα χρηματιστήρια όπως τα ξέραμε

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Αξία σπιτιού και αξία αγελάδας σε σχέση με τον χρυσό


Ένα τυπικό αμερικανικό σπίτι κόστιζε 327 ουγκιές χρυσού το 1926 αλλά κοστίζει σήμερα 126 ουγκιές, αν και η τιμή του σπιτιού σε δολάρια έχει ανέβει κατακόρυφα. 

Όμως, μια αγελάδα κοστίζει κάπου 0,5 με 1 ουγκιά χρυσού εδώ και χιλιάδες χρόνια.